Ο Χώρος

Ο Χώρος

Ένα από τα πρώτα και σπουδαιότερα έργα των Ενετών αποίκων ήταν η ανοικοδόμηση στο κέντρο της πόλης και απέναντι από το ανάκτορο του εκάστοτε δούκα, ενός ναού αφιερωμένου στον προστάτη τους, τον Άγιο Μάρκο. Η εκκλησία του Αγίου Μάρκου δεν εξαρτιόταν άμεσα από τη λατινική αρχιεπισκοπή, αλλά από τον εκάστοτε Δούκα του Βασιλείου της Κρήτης. Αυτός με τη σειρά του μην μπορώντας να επιτελέσει τα θρησκευτικά καθήκοντά του όριζε κάποιον άλλο, τον «πριμικήριο» ή τον «καπελλάνο» ως υπεύθυνο. Στο ναό αυτό αναλάμβαναν, με κάθε επισημότητα, τα καθήκοντά τους όλοι οι άρχοντες και αξιωματούχοι, ενώ ήταν και ο χώρος όπου ζητούσε την προστασία του από τον προστάτη άγιο ο απλός λαός. Στον ίδιο χώρο ενταφιάζονταν μέσα σε σαρκοφάγους με ανάγλυφες παραστάσεις οι δούκες καθώς και μέλη της επίσημης αριστοκρατίας. Δίπλα στο ναό στη νοτιοδυτική γωνία υπήρχε ψηλό κωδωνοστάσιο με ρολόι.

Κατά την πολύχρονη πολιορκία της πόλης από τους Τούρκους, οι καμπάνες έδιναν το σύνθημα του συναγερμού σε περιπτώσεις βομβαρδισμού και για αυτό, πολλές φορές το κωδωνοστάσιο αποτέλεσε στόχο των τουρκικών πυροβόλων. Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το Κάστρο, ο Άγιος Μάρκος παραχωρήθηκε στον Δεφτερδάρ Αχμέτ Πασά που τον μετέτρεψε σε τζαμί που έφερε το όνομά του. Το κωδωνοστάσιο κατεδαφίστηκε και στη θέση του υψώθηκε μιναρές. Οι νέοι κατακτητές μη σεβόμενοι την ιερότητα του χώρου κατέστρεψαν τις τοιχογραφίες και τους χριστιανικούς τάφους. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών και την αποχώρηση των Τούρκων, ο Άγιος Μάρκος περιήλθε στη δικαιοδοσία της Εθνικής Τράπεζας και μετά στο Δήμο Ηρακλείου. Τέλος, το 1956 υπογράφεται σύμβαση μεταξύ του Δήμου και της Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών και αρχίζει έτσι η αποκατάστασή του, ώστε σήμερα να αποτελεί ένα μνημείο-κόσμημα της πόλης, στεγάζοντας παράλληλα τη Δημοτική Πινακοθήκη.

Από το 1239 που άρχισε να οικοδομείται μέχρι το 1956 που άρχισε να αποκαθίσταται, το μνημείο πέρασε από διάφορες φάσεις ανοικοδόμησης που οφείλονται σε καταστροφές που υπέστη το κτίριο μετά από σεισμούς που έπλητταν την πόλη κατά καιρούς. Στην αρχική του μορφή, την οποία και επανέκτησε μετά την αποκατάστασή του, ο ναός ήταν τύπου τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής. Τα κλίτη χωρίζονταν με δύο σειρές κιόνων που έφεραν γοτθικά τόξα. Η στέγη του ήταν τριμερής με το κεντρικό κλίτος ψηλότερο από τα άλλα δύο. Το προστώο αποτελείτο από έξι κίονες που έφεραν μεταξύ τους πέντε τόξα. Από το κωδωνοστάσιο τέλος, που ήταν πολύ ψηλό, σώζεται τμήμα της ενετικής βάσης του και του μετέπειτα τούρκικου μιναρέ που στηρίχθηκε πάνω σε αυτήν.